Λιβύη

Λιβύη
Ливия (Африка)

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "Λιβύη" в других словарях:

  • Λιβύη — the west bank of the Nile fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λιβύῃ — Λιβύη the west bank of the Nile fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λιβύη — I Αγία της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μαρτύρησε με ξίφος. Η μνήμη της τιμάται στις 25 Ιουνίου. II Μυθολογικό πρόσωπο. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν κόρη του Έπαφου, βασιλιά της Αιγύπτου. Έπειτα από δεσμό της με τον Ποσειδώνα απέκτησε τον Λέλεγα,… …   Dictionary of Greek

  • Λιβύη — η κράτος της Βόρειας Αφρικής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Λιβύη ή Λίβυσσα — Προσωνυμία της θεάς Δήμητρας στο Άργος, που μαρτυρά τους δεσμούς της πόλης με φυλές που ήρθαν από τον εξωελλαδικό χώρο. Η Δήμητρα Λ. αποτελούσε υπόδειγμα αυστηρότητας ηθών και στοργικής συζύγου …   Dictionary of Greek

  • Ἀεὶ φέρει τι Λιβύη καινόν. — См. Что нового? …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Λιβύαι — Λιβύη the west bank of the Nile fem nom/voc pl Λιβύᾱͅ , Λιβύη the west bank of the Nile fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λιβύηι — Λιβύῃ , Λιβύη the west bank of the Nile fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λιβυῶν — Λιβύη the west bank of the Nile fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λιβύαις — Λιβύη the west bank of the Nile fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λιβύην — Λιβύη the west bank of the Nile fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»